Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Οι ένοικοι του τέταρτου ορόφου


Είναι τέλος Αυγούστου. Η ζεστή αύρα του καλοκαιρινού βραδιού έχει πλυμμηρίσει το δωμάτιο σε αποπνικτικό βαθμό. Αρνούμαι να χρησιμοποιήσω κλιματιστικό. Ανοίγω το παράθυρο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι μου. Επιτέλους αέρας. Λίγα λεπτά αργότερα έχω ξυπνήσει για τα καλά και κάθομαι στο περβάζι του τέταρτου ορόφου, εν μέσω νύκτας να κοιτάζω τα άστρα.

Το βλέμμα μου πέφτει στο διαμέρισμα απέναντι, κλειστά πατζούρια ως απάνω. Μια βδομάδα τώρα που επέστρεψα και το σπίτι αυτό είναι κλειστό. Τι να μεσολάβησε σε ενάμισι μήνα απουσίας;

Σεπτέμβριος 2009. Πρώτες μέρες μετακόμισης στην περιοχή της Κάτω Τούμπας. ξεφεύγω από τον κακό χαμό των κιβωτίων και βγαίνω να ανασάνω στο υπέρμετρο μπαλκόνι του τετάρτου. Η ηλικιωμένη κυρία του απέναντι σπιτιού βγαίνει και εκείνη να απλώσει τα ρούχα της. Την παρατηρώ από περιέργεια. Φοράει ροζ μπουρνούζι πάνω από το νυχτικό της και τεράστιο καπέλο θαλάσσης για τον ήλιο. Χαμογελάω ανεπαίσθητα.

Στο χειμώνα που ακολούθησε, πάνω από το μπουρνούζι προστέθηκε το παλτό και οι ζεστές παντόφλες. Το μόνο που παρέμεινε ίδιο: το καπέλο, σε βροχή και ήλιο. Τώρα άφαντη. Το μυαλό ταξιδεύει σε μακάβρια νέα. Και πώς να μάθεις;

Μέσα Οκτωβρίου. Ο καιρός είναι ζεστός ακόμα και μου επιτρέπει να ανοίγω το παράθυρο. Με ένα βιβλίο στα χέρια κάθομαι κόντρα σ’αυτό και διαβάζω. Το Happy Lou υποθέτω. Ο αέρας μου δροσίζει την πλάτη και το βιβλίο τις σκέψεις. Είναι 1 το μεσημέρι Κυριακής. Ένας ήχος διακόπτει τη γαλήνη μου. Γυρίζω. Το βλέμμα μου αντικρίζει έναν νεαρό άντρα να μεταφέρει κάτι στο απέναντι μπαλκόνι. Φαντάζομαι ο νέος ένοικος. Σκέφτομαι να του φωνάξω τι έγινε με την προηγούμενη ένοικο. Δεν το κάνω. Γυρνώ στη θέση μου και συνεχίζω την ανάγνωση.

Το σπίτι παραμένει μέχρι σήμερα κλειστό.

Αρχές Νοεμβρίου. Ένα ηλιόλουστο πρωινό, έχω πολλά κέφια. Ανοίγω το παράθυρο να αεριστεί το δωμάτιο. Ύστερα αρχίζω να στρώνω το κρεβάτι. Η προσοχή μου αποσπάται από ένα κορίτσι που παίζει μόνο απέναντι με ένα άλογο και μία κούκλα. Έχει την πλάτη γυρισμένη σε μένα. Καταλαβαίνει πως κάποιος την κοιτάζει. Γυρνά. Αποστρέφω το βλέμμα. Ένα ξανθό αγόρι βγαίνει έξω. Λένε κάτι. Φεύγω από το δωμάτιο. Όταν ξαναγυρνώ τα δύο παιδιά βρίσκονται πιασμένα στα κάγκελα να κοιτούν το δρόμο και να φτιάχνουν αυτοσχέδιες μπουρμπουλήθρες από σαπουνάδα. Μου χαμογελούν.

Το μόνο που ξέρω για την οικογένεια αυτή του τέταρτου είναι τα σεντόνια τους. Τέλη Ιούνη εκτός από την εξεταστική με βασανίζει και ένα concept για κείμενο στο blog μου. Ένα απόγευμα γράφω, σταματώ, σβήνω και ξαναρχίζω. Αυτή την φορά με παρακολουθεί το βλέμμα της μητέρας του απέναντι σπιτιού που απλώνει τα διπλά animal print σεντόνια της στην απλώστρα. Την αντιλαμβάνομαι που με περιεργάζεται μέσα από το ανοιχτό μου παράθυρο να παλεύω με σκέψεις. Δεν αντιδρώ.

Τα ίδια σεντόνια συνεχίζουν να ανεμίζουν στην απλώστρα κάθε τόσο.

Αρχές Ιουλίου. Η ζέστη έχει χτυπήσει κόκκινο και όλοι στην πόλη αναζητούν ανάσες δροσιάς. Στην βεράντα του τέταρτου με ένα χυμό στο ένα χέρι και σημειώσεις Μικροοικονομικής θεωρίας στο άλλο προσπαθώ να τα βγάλω πέρα με το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής.

Τα γέλια των κοριτσιών της απέναντι πολυκατοικίας δεν με αφήνουν να συγκεντρωθώ. Έχουν στήσει μια μικρή πισίνα και φορώντας τα χρωματιστά μαγιό τους ξεσηκώνουν τη γειτονία. Παίζουν. Νερό εκτοξεύεται. Θυμάμαι τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια μαζί με την αδελφή μου και τη δική μας φουσκωτή πισίνα. Πριν αρχίσουν οι διακοπές.

Αφήνω το βιβλίο στην άκρη και χάνομαι σε σκέψεις.

Τέλη Σεπτέμβρη. Πέφτει η πρώτη βροχή του φθινοπώρου. Άργησε πολύ φέτος. Κολλάω το πρόσωπο μου στο τζάμι και κοιτάζω έξω τη βροχή. Απέναντι, ο πατέρας με τις δυο μικρές κόρες του με μιμούνται. Στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον, εμποδίζοντας την κουρτίνα να μπει στο οπτικό τους πεδίο και μελαγχολούν. Φεύγω. Δεν θέλω να χαλάσω αυτήν την προσωπική τους στιγμή.

Τέλη Ιουνίου. Παρακολουθώ των αγώνα Αγγλία-Γερμανία για το Μουντιάλ. Στο ημίχρονο η Μ. με φωνάζει στο μπαλκόνι. Θέλει να το πλύνουμε. Υπόσχομαι να βοηθήσω μόνο όσο κρατήσει το ημίχρονο.

Η ηλικιωμένη γειτόνισσα του τετάρτου μας κοιτά. Μητρικά μας φωνάζει πως θα ήθελε να μας είχε κόρες να την βοηθάμε στις δουλειές. Γελάω και μπαίνω μέσα για τον αγώνα.

Μέσα Νοέμβρη. Η κυρία του τέταρτου κουτσαίνοντας ποτίζει τα λουλούδια στο μπαλκόνι της. Ύστερα σιωπηλά μπαίνει μέσα. Φοράει μαύρα. Πάει καιρός τώρα που δεν μιλά. Σπάνια βγαίνει. Κι αυτά τα μαύρα; Λυπάμαι χωρίς να ξέρω το λόγο.

Την βλέπω ένα πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Δεν την χαιρετώ όπως παλιά. Φαίνεται θλιμμένη.

2 σχόλια: