Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Άνοιξη

Μπήκε η άνοιξη, με έπιασε συνάχι, είναι που μετακομίζω κιόλας, θυμήθηκα κι αυτό το ποίημα του Καρυωτάκη (από τα αγαπημένα μου) και κάνω τρελό κέφι:

Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...

Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.

Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες την απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Somnambulist/Η μαμά έχει πλαστικά λουλούδια στο σαλόνι/10 λεπτά στην Αβάνα



Somnambulist


Κάπου διάβασα αυτή τη λέξη πολλές φορές αυτό το χειμώνα. 20:55 σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με μαύρους τοίχους και ασπρόμαυρες φωτογραφίες πίσω από την πλάτη μου. Κρατάω δυο τηλεχειριστήρια. Από το βάθος ακούω την Ελένη να μεταφέρει φλιτζάνια που τσουκρίζουν. Είμαστε μόνο δυο άτομα σε ένα μουσείο, μια βιντεοπροβολή που αναβοσβήνει πάνω στα ρούχα μου κι είναι παρασκευή ή σάββατο βράδυ. Υποθέτω ότι μου αρέσει αυτό που βλέπω γιατί ξεχνιέμαι για 5-10 λεπτά μέσα στο δωμάτιο. Ύστερα κλείνω αποφασιστικά το βίντεο, βγαίνω από το δωμάτιο, περπατάω ανάμεσα στις φωτογραφίες, σβήνω τα φώτα της έκθεσης, κλειδώνω, περπατάω προς στην έξοδο του Λιμανιού, χάνομαι στα φώτα. like a somnambulist the streets,/όπως ένας υπνοβάτης στους δρόμους,

(στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, στη βιντεοπροβολή για την έκθεση του Σπύρου Στάβερη που τέλειωσε τον περασμένο μήνα)





Η μαμά έχει πλαστικά λουλούδια στο σαλόνι

Ο Γιώργος των Plastic Flowers αγκαλιάζει το μικρόφωνο και τραγουδάει ένα κομμάτι που μας αρέσει πολύ, fake leaves ή κάπως έτσι (σίγουρα έτσι), μικρά λαμπάκια φωτίζουν το spitimou, το τραπέζι μας έχει γεμίσει με ποπ-κορν, η Δήμητρα σκέφτεται να φτιάξει μια ταπετσαρία από εφημερίδες στο δωμάτιο της, έξω βρέχει πολύ και εγώ θυμάμαι μια ιστορία 10 χρόνια πριν. 26 Οκτωβρίου, η μαμά ξεσκονίζει το τραπεζάκι του σαλονιού. Το τζάμι του τραπεζιού σπάει, η μαμά πανικοβάλλεται γιατί το βράδυ έχουμε καλεσμένους στο σπίτι. Παίρνει ένα μεγάλο βάζο το γεμίζει με ψηλά πλαστικά λουλούδια και τα τοποθετεί μέσα στην τρύπα. Το σπάσιμο ίσα που φαίνεται. Το βράδυ οι καλεσμένοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Μέχρι σήμερα παραμένει το ίδιο σπασμένο τζάμι και τα ίδια πλαστικά λουλούδια στο σαλόνι.

(εδώ τα λέμε με τους Plastic Flowers, η φωτογραφία είναι του kbougas)




10 λεπτά στην Αβάνα

Ο Κασσαβέτης είναι σχεδόν γεμάτος, εμείς ξεπαγιάζουμε στην έξοδο, μέσα σε ένα περίεργα μπλε ηλεκτρίκ δωμάτιο. Από την ανοιχτή πόρτα της αίθουσας ακούγεται κουβανέζικη μουσική, το ζωηρό τέμπο των αδερφών Ισκιέρδα. Αποφασίζουμε να μπούμε. Πατάμε στα τυφλά ακουμπώντας στο μαύρο τοίχο, πέφτω στις σκάλες, με σηκώνουν, στρίβουμε δεξιά, στις δεύτερες σκάλες μοιραζόμαστε τα σκαλιά και καθόμαστε. Είμαστε ακριβώς στο πλάι της οθόνης. Η μουσική έχει γίνει πλέον έντονα χρώματα. Η αίθουσα είναι σιωπηλή. Χαζεύω στη μεγάλη οθόνη για 10 λεπτά την Κούβα και τους ανθρώπους της. Αργότερα θα περιγράψω πάνω από εκατό φορές τη σκηνή σε όποιον πετύχω ως την καλύτερη στιγμή του φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Μετά θα δω το The Ambassador/Ο Πρέσβης και θα αλλάξω γνώμη.

(Το ντοκιμαντέρ είναι το Motherland or Death/Πατρίδα ή Θάνατος, από εκεί και η φωτογραφία)

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

λευκό ή μαύρο



Δεν μπορώ να καταλάβω τι τρέχει με τον καιρό. Χιονίζει, βρέχει, φυσάει  και το κρύο σχεδόν δεν αντέχεται. Κάθε πρωί ξυπνάω στις 8 με την ίδια απορία, έπειτα βγαίνω έξω, περπατάω ανάμεσα στα στενά και βγαίνω στη Λεωφόρο Στρατού που συνεχίζω ευθεία και σταματάω να το σκέφτομαι γιατί κρυώνω υπερβολικά. Στις 2 το μεσημέρι θα κάνω αντίστροφα την ίδια διαδρομή με αντίστοιχο κρύο, ίσως μερικές φορές με ήλιο. Έχω μάθει τη διαδρομή σχεδόν απέξω. Όταν έχει ήλιο μου αρέσει να κλείνω τα μάτια και να περπατάω για κάμποσα δευτερόλεπτα στα τυφλά. Όταν ανοίγω πάλι τα μάτια όλως τυχαίως  έχω υπολογίσει σωστά που θα έπρεπε να βρίσκομαι. Και στέκομαι ακριβώς εκεί, 5 μέτρα πιο κάτω. Στη συνέχεια, βιάζομαι να γυρίσω σπίτι γιατί νομίζω έχουν περάσει αιώνες. Δεν μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει γενικότερα.

Τα Σαββατοκύριακα, νωρίς το απόγευμα κάνω την ίδια διαδρομή μόνο που δεν ανεβαίνω στην Αγγελάκη αλλά συνεχίζω ευθεία, πότε από Τσιμισκή, πότε από Μητροπόλεως, Προξένου Κορομηλά, Λεωφόρο Νίκης μέχρι το Λιμάνι και το Μουσείο Φωτογραφίας. Διαλέγω κάθε φορά τη διαδρομή εμπειρικά ή με τη διάθεση. Αυτό θα χάσω τώρα που μετακομίζω πίσω στην Πάτρα. Τη διαδρομή από το σπίτι στο κέντρο. Το περπάτημα στα μικρά στενά που ποτέ δεν σκέφτηκα να κοιτάξω το όνομα του δρόμου. Γιατί δεν είχε σημασία. Θα ήμουν και αύριο εκεί. Είναι από εκείνα τα πράγματα που δεν μπορούν να μην καθορίσουν τη ζωή στη Θεσσαλονίκη και που δεν μπορείς να σταματήσεις να τα σκέφτεσαι, ειδικά τώρα που μιλάμε για αλλαγές.

Και μιλάμε συνέχεια για αλλαγές τον τελευταίο καιρό. Πράγμα που δεν μου αρέσει καθόλου. Αλλά ευτυχώς σύντομα κάποιος θα αλλάξει θέμα και θα μιλήσουμε για κάτι άσχετο. Σχεδιάζουμε ένα road trip στις ΗΠΑ, τσακωνόμαστε για τη Lana Del Rey, κανονίζουμε να πάμε στο Plissken festival το Μάη. Έτσι ξεχνιέμαι για λίγο και δεν αρχίζω να περιγράφω πομπώδεις ιστορίες για τη ζωή μου σε 20 χρόνια από σήμερα -θα ζω σε μια γκρίζα πολυκατοικία στα προάστια που θα τραντάζεται κάθε λίγο από σεισμούς, πιθανότατα νευρωτική, αλκοολική και μόνη- και να ταυτίζομαι με ηρωίδες όπως η Emma Bovary του Flaubert, η Λου του Χάπι Λου και η Patty του Freedom. Κάπου εδώ είναι και η στιγμή που όλα αρχίζουν να μοιάζουν αστεία και συνειδητοποιώ ότι είναι Φεβρουάριος και το κρύο τελικά αντέχεται αν ντυθώ λίγο πιο ζεστά, οι δρόμοι δεν θα αλλάξουν όνομα και θα βρίσκονται πάντα εκεί και οι αλλαγές δεν είναι απαραίτητα κακές επιλογές, αρκεί να μη συζητάμε συνέχεια γι' αυτές. Γιατί τίποτα δεν είναι αποκλειστικά λευκό ή μαύρο.